
Είναι σύνηθες για πολλούς ανθρώπους να παραμένουν σε δυσλειτουργικές και συναισθηματικά κακοποιητικές σχέσεις για μεγάλα διαστήματα, χωρίς να έχουν την ικανότητα να αλλάξουν κάτι στη σχέση ή να χωρίσουν. Αν και επιθυμούν να ανεξαρτητοποιηθούν, γνωρίζοντας ότι αυτό θα ήταν η λύτρωση τους, εγκαταλείπουν την προσπάθεια μόλις αντιληφθούν το απέραντο συναισθηματικό κενό που τους δημιουργείται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αναβάλλουν την προσπάθεια πριν ή λίγο μετά το ξεκίνημά της με το σκεπτικό ότι θα ξαναπροσπαθήσουν όταν θα είναι καλύτερα προετοιμασμένοι. Κάτι που συνήθως δεν γίνεται ποτέ. Εδώ αναφέρουμε περιπτώσεις που κρατούν τα άτομα προσκολλημένα σε μία σχέση και τις δυσκολίες διαφυγής από αυτήν:
Προσκόλληση σε δυσλειτουργικές σχέσεις διότι “Έχει την Ανάγκη να Ανήκει Κάπου”
Αναφέραμε σε άλλη ενότητα, ότι ο δεσμός προσκόλλησης ενός ατόμου με την τροφό του στην βρεφική ηλικία είναι πάρα πολύ σημαντικός για την μετέπειτα συμπεριφορά του στην ενήλικη ζωή, ειδικά στις συντροφικές σχέσεις. Όταν το βρέφος αποκτήσει έναν ανασφαλή δεσμό προσκόλλησης , δες: εσωτερικές συγκρούσεις & συντροφικές σχέσεις, κατά τον οποίο δεν καλύφθηκαν οι ανάγκες του, αυτό μεταφράζεται στην ενήλικη ζωή ως έλλειψη αποδοχής, στοργής, οικειότητας, στοιχεία πάνω στα οποία συνίσταται η ασφαλής οντότητα του εαυτού, η συνειδητότητά του, το «κέντρο» του, το «ανήκειν» στον εαυτό του. Όταν δεν έχει αποκτηθεί η εσωτερική οντότητα του εαυτού διαστρεβλώνεται και η αντίληψη της πραγματικότητας του τι συμβαίνει έξω από τον εαυτό του, ως απόρροια των πρωτογενών αμυνών (Σίγκμουντ Φρόυντ) που για να εγκατασταθούν πρέπει να ανταποκρίνονται σε δύο κριτήρια:
- «Τη μη κατάκτηση της αρχής της πραγματικότητας»
- «Την ανικανότητα διάκρισης της ξεχωριστής ύπαρξης και της σταθερότητας σε οτιδήποτε βρίσκεται έξω από τον εαυτό.»
Ένα από τα πολλά συμπτώματα των δύο κριτηρίων είναι ο φόβος της απόρριψης και εγκατάλειψης. Όταν ένα άτομο δεν αισθάνεται εσωτερικά ασφαλές, έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση.
Η αυτοεκτίμηση πηγάζει μέσα από τον εαυτό του που σημαίνει ότι μέσα από τον εαυτό του, θα κερδίσει και την αποδοχή. Όταν ένα άτομο διακατέχεται από αυτά τα εσωτερικά κενά, προσπαθεί να τα καλύψει πολλές φορές μέσα από τις συντροφικές σχέσεις, δηλαδή από εξωτερικούς παράγοντες, δημιουργώντας μία εσφαλμένη εικόνα «ψευδοαποδοχής» αλλά και αυτοεκτίμησης (ετεροεκτίμηση).
Νοιώθει ότι ανήκει κάπου, άρα το αποδέχονται, άρα νοιώθει ασφαλές, άρα είναι αποδεκτό που σημαίνει ότι είναι και σημαντικό για τους άλλους. Στην ουσία παραδίδεται σε μία κατάσταση που του εξασφαλίζει την αίσθηση μίας ψευδούς ασφάλειας και αποδοχής. Εφόσον οι αξίες αυτές δεν πηγάζουν από μέσα του αλλά τις δανείζεται από μία συντροφική σχέση έστω και δυσλειτουργική , τότε δεν μπορεί να απαγκιστρωθεί από αυτήν. Κάθε φορά που θα το προσπαθεί θα αναβιώνει τα μεγάλα αυτά εσωτερικά κενά που θα το κάνουν να μην μπορεί να απεμπλακεί από την σχέση.
Προσκόλληση σε δυσλειτουργικές σχέσεις με αίτιο “τον Σκεπτομυρικασμό και το Πονόσωμα”
Τα κύτταρα του ανθρώπινου οργανισμού έχουν μνήμη . Έχει αποδειχθεί ότι χρησιμοποιούν τους ίδιους υποδοχείς εγκατάστασης ενός εθισμού. Αυτός ο εθισμός μπορεί να αφορά μια ουσία ή ένα συναίσθημα . Μπορεί δηλαδή ένα άτομο να εθιστεί σε ένα αρνητικό συναίσθημα, όσο και σε μια ουσία. Είναι δυνατόν, όταν ένα άτομο υποστεί αρνητικά συναισθήματα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ,ο οργανισμός του να συνεχίζει να τα αναζητά όπως θα αναζητούσε κάποια εθιστική ουσία.
Όταν κάποιος απορρίπτεται, ο εθισμός προς το άτομο που τον απορρίπτει γίνεται μεγαλύτερος. Στις δυσλειτουργικές σχέσεις, είναι σύνηθες φαινόμενο να απορρίπτουν ένα άτομο για κάποιο χρονικό διάστημα, να τελειώνει η σχέση και μετά από κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα να το ξανά-αποδέχονται και να συνεχίζεται η σχέση. Είναι ένας φαύλος κύκλος που ο ένας σύντροφος συχνά υποκύπτει επανειλημμένα και εμπλέκεται ξανά και ξανά στην σχέση μέχρι την επόμενη φορά που θα ξανά-απορριφθεί. Μέσα από τα στάδια αυτής της διαδικασίας, ο σύντροφος που απορρίπτεται αρχίζει να εθίζεται από το αρνητικό συναίσθημα που του επιβάλλεται.
Το συναίσθημα αυτό , έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτό των εθισμών από εξαρτησιογόνες ουσίες , όσον αφορά το ψυχολογικό αλλά και το σωματικό πλαίσιο του ατόμου. Το άτομο αρχίζει να εθίζεται από το αρνητικό αυτό συναίσθημα, του έχει καταστεί συνήθεια και δεν μπορεί να το αποχωριστεί εύκολα. Έχει προσαρμοστεί τόσο ριζικά μέσα σε αυτό ώστε κάθε φορά που το αποχωρίζεται, ο οργανισμός του νοιώθει άβολα (ομοιόσταση) και προσπαθεί να επανέλθει στην προηγούμενη κατάσταση του αρνητικού συναισθήματος. Για να το πετύχει αυτό, ένας τρόπος που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλος είναι να σαμποτάρει το άτομο με αρνητικές σκέψεις και ένας άλλος τρόπος είναι να το κάνει να αναζητεί την απόρριψη (πονόσωμα).
Στον πρώτο τρόπο , οι αρνητικές σκέψεις μοιάζουν με έντονες και επίμονες εσωτερικές φωνές που απασχολούν το άτομο στην κάθε του στιγμή και στην κάθε του δραστηριότητα ώστε να μην του αφήνουν περιθώρια να σκεφτεί πιο δημιουργικά. Το καταστούν αυτοαπασχολούμενο με αντικείμενο δραστηριότητας τις αρνητικές σκέψεις. Τον δεύτερο τρόπο, τον συναντούμε στην καθημερινότητα σαν συμπεριφορά , όταν κάποιο άτομο εμπλέκεται σε φαύλους κύκλους επανασύνδεσης με τον ίδιο σύντροφο ή πιμένει να επιλέγει συντρόφους που θα το απορρίψουν. Σε αυτήν τη θεωρία περί του πονοσώματος αναφέρεται η επόμενη παράγραφος.
Προσκόλληση σε δυσλειτουργικές σχέσεις εξαιτίας της ανάγκης του ατόμου “να αισθάνεται”.
Όταν ένα άτομο αισθάνεται θετικά για τον σύντροφο του, αισθάνεται ενεργό. Όπως αναφέραμε σε παραπάνω παράγραφο, ο τρόπος προσκόλλησης κατά την βρεφική ηλικία είναι πολύ σημαντικός για την εξέλιξη ενός ατόμου ως ενήλικα. Κατόπιν, κατά την εφηβεία θα συμπληρώσει την προσωπικότητα του διαμέσου της οικογένειας.
Το στυλ του γονεϊκού τύπου της οικογένειας μέσα στο οποίο θα αναπτυχθεί, είναι εκείνο που θα καθορίσει τα όρια του, τα εσωτερικά και εξωτερικά, τις πεποιθήσεις που θα εγκατασταθούν στην προσωπική του ταυτότητα, τον τρόπο που θα αντιδρά και που θα αισθάνεται. Συμβαίνει πολλές φορές να επιβάλλονται σε έναν έφηβο, ανάγκες που «πρέπει» να καλυφθούν, στόχοι που «πρέπει» να επιτευχθούν, αισθήματα που πρέπει να βιωθούν χωρίς να υπάρχει η επιλογή της ελεύθερης βούλησης. Στην πραγματικότητα εκπληρώνονται οι επιθυμίες κάποιου άλλου, συνήθως του γονέα, με αποτέλεσμα όταν ο έφηβος γίνει ενήλικας να μην ξέρει τι τον ικανοποιεί, να μην ξέρει να στοχοθετεί, να μην ξέρει τι αισθάνεται όταν το αισθάνεται.
Το να νιώθει συναισθήματα προς ένα σύντροφο, ενώ η σχέση είναι δυσλειτουργική, παρότι τις περισσότερες φορές ίσως τα συναισθήματα είναι αρνητικά, αυτό και μόνον, το ότι αισθάνεται, του είναι αρκετό και «προτιμότερο» από το να μην αισθάνεται τίποτα.
Το πονόσωμά του έχει προσαρμοστεί στο έστω και αρνητικό αυτό συναίσθημα, το οποίο είναι συναίσθημα και είναι δικό του. Το προτιμάει από το απόλυτο συναισθηματικό κενό που θα του επιφέρει η έξοδος από τη σχέση. Παραμένει απασχολημένος. Πολλές φορές μέσω της σχέσης, αποσπάται από άλλες χειρότερες σκέψεις ή χειρότερες καταστάσεις που βιώνει.
Το συναίσθημα αυτό το χρησιμοποιεί σαν ασπίδα όπως και την ίδια την σχέση. Δημιουργεί τον δικό του κόσμο «αυτός και η σχέση του». Δηλώνει την ύπαρξη του. Χωρίς το συναίσθημα αυτό, ο συναισθηματικός του κόσμος είναι επίπεδος. Επίπεδος ήταν και στον παρελθόν, τότε που εκπλήρωνε τις επιθυμίες των άλλων. Το άτομο αυτό κάθε φορά που καλείται να αντιμετωπίσει τις δύσκολες καταστάσεις της καθημερινότητας, ξαναβιώνει τα δυσάρεστα «σχήματα» του παρελθόντος, με αποτέλεσμα να τον παραλύουν, να παραμένει προσκολλημένος και να οδηγείται στη «θυματοποίηση» του εαυτού του.
Προσκόλληση σε δυσλειτουργικές σχέσεις “ζώντας μέσα από την προσωπικότητα του άλλου”.
Όταν ένα άτομο δεν ξέρει την πραγματικότητά του , δεν πιστεύει στην αυτοαξία του, όταν έχει την αίσθηση ότι δεν είναι «επαρκές», όταν δεν έχει τις προσωπικές του συνήθειες και στόχους, όταν δεν επιθυμεί να αναλάβει τις ευθύνες του εαυτού του, τότε εξιδανικεύει την προσωπικότητα του συντρόφου και ζει μέσα από αυτήν. Όσο πιο σημαντική είναι η προσωπικότητα του συντρόφου, τόσο πιο σημαντικό νοιώθει κι εκείνο. Όταν ένα άτομο από μικρή ηλικία , δεν έχει προσδιορίσει πού ανήκει ,ποιος είναι, δεν έχει ρεαλιστικά πρότυπα , ως ενήλικας είναι φυσικό να τα αναζητά αυτά στους σημαντικούς άλλους. Δες: Πώς δημιουργούνται οι αρνητικές πεποιθήσεις Το άτομο στην ουσία βρίσκεται σε μια διαρκή αναζήτηση ταυτότητας. Όταν καταλήγει μόνο του, νοιώθει ότι έχει χάσει ένα κομμάτι του εαυτού του. Στην πραγματικότητα έχει χάσει ένα κομμάτι από την δανεική προσωπικότητα του άλλου, με την όποια είχε ταυτιστεί. Δες:συνεξάρτηση
Προσκόλληση σε δυσλειτουργικές σχέσεις για “τη σιγουριά και την ασφάλεια”.
Η ανθρώπινη φύση δύσκολα αφήνει τη σιγουριά και την ασφάλειά της για κάτι που δε γνωρίζει αν θα είναι καλύτερο ή χειρότερο από αυτό που έχει. Κι ενώ μια κατάσταση μπορεί να είναι αρνητική, στον απολογισμό που κάνει ένα άτομο καταλαβαίνει ότι η ψυχολογική του εξάρτηση είναι μεγαλύτερη από αυτό που φανταζόταν, οπότε το «ξεβόλεμα» μπορεί να είναι πιο επώδυνο από την ίδια την κατάσταση που βιώνει. Δες: φοβάμαι να διεκδικήσω
Ο φόβος για το τι μπορεί να φέρει το άγνωστο στην ζωή του, κάνει ένα άτομο να προτιμάει σχέσεις που μπορεί να είναι δυσλειτουργικές στην καθημερινότητά τους. Καθώς λοιπόν ο φόβος είναι ένα συναίσθημα αναίρεσης επικίνδυνων επιδιώξεων, το άτομο μπαίνει στην διαδικασία να κάνει σημαντικές εκπτώσεις στο συναίσθημα για χάρη της ασφάλειάς του (στον ίδιο βωμό μπορεί να θυσιαστεί ακόμη και η προσωπική ευτυχία).
Ο Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας Δημήτρης Αναλύτης έχει μια μακρά εμπειρία στη συμβουλευτική. Μπορείτε να έρθετε σε επικοινωνία για τη δική σας διαδικτυακή συνεδρία.
Tags: δυσλειτουργικές σχέσεις, προσκόλληση, συντροφικές σχέσεις, σχέσεις
