“Η Σιωπηλή Τιμωρία: Το Παιχνίδι της Εξουσίας στην Οικογένεια”
Η τιμωρία της σιωπής ασκείται συνήθως από τον γονέα προς το παιδί σαν μέσω άσκησης εξουσίας με καταστροφικά για το παιδί αποτελέσματα.
«Γιατί μου έφερες κακούς βαθμούς»; « Γιατί δεν έκανες ότι σου είπα»; «Γιατί δεν με αγαπάς»; «Γιατί δεν είσαι καλό παιδί»;
Είναι μερικές από της μονομερείς απαιτήσεις ενός «συνεξαρτητικού» γονέα που αντιπροσωπεύεται μέσω τρίτου (το παιδί) για να ικανοποιήσει τα προσωπικά και εγωιστικά του συναισθήματα ή και επιτεύγματα. Δεν αναγνωρίζει το παιδί σαν μια ξεχωριστή οντότητα που κατέχει τα δικά του συναισθήματα, δεξιότητες και ατέλειες αλλά πλασματικά το μετουσιώνει σε μια προέκταση του δικού του εαυτού φυσικά χωρίς ατέλειες.
Για να συνετίσει το παιδί από τα «τραγικά» του λάθη, «τραγικά» κατά τον γονιό ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να έχει συμβεί κάτι εντελώς φυσιολογικό, ένα συμβάν που το παιδί δεν φταίει ή μπορεί να εξέφρασε κάποια ανάγκη τότε του ασκεί την τιμωρία της σιωπής. Τα γνωστά «μούτρα» όπως θα λέγαμε στην καθομιλουμένη. Μόνον που η σιωπή δεν διαρκεί για κάποιες ώρες αλλά πολλές φορές μέρες ή και εβδομάδες. Η τιμωρία της σιωπής ως αποτέλεσμα μιας παθητικής-επιθετικής συμπεριφοράς απομονώνει το παιδί «θύμα» από την παρουσία του γονιού, το αγνοεί μεθοδικά, του δείχνει με περίτεχνο τρόπο την αδιαφορία του, το καταχωρεί σε μία αβάστακτη ανυπαρξία, το καταστεί αόρατο. Είναι μία μέθοδος που τις περισσότερες φορές πετυχαίνει ως εργαλείο ελέγχου και καταναγκασμού από άτομα που βρίσκονται σε θέση ισχύος. Μια κατά τα φαινόμενα παθητική συμπεριφορά που εκφράζεται με άκρως επιθετικό τρόπο. Εκμεταλλεύεται την αδυναμία που του έχει το παιδί ώστε με την σιωπηρή απόσυρση να το γεμίσει ενοχές και να το κάνει να συμμορφωθεί και να συνθηκολογήσει. Να το κάνει να πονέσει, να πληρώσει και να απολογηθεί για ότι έκανε ή δεν έκανε. Αρνείται να αλληλεπιδράσει με το παιδί, δεν του μιλάει καθόλου ή του μιλάει τυπικά και μονολεκτικά σαν να μιλάει σε έναν ξένο που δεν αξίζει την προσοχή του. Είτε υπάρχει στο οπτικό του πεδίο είτε όχι είναι το ίδιο και το αυτό. Το σιωπηρό εκβιαστικό μήνυμα που του περνάει είναι «εάν δεν κάνεις αυτό που θέλω δεν μπορείς να με έχεις».
Το παιδί αρχίζει να φορτίζεται από ένα καταρράκτη αρνητικών συναισθημάτων όπως ενοχές, ντροπή, απόρριψη, αγωνία, στρες. Οι ενοχές αντλούνται από την αίσθηση που έχει το παιδί ότι αυτό είναι υπεύθυνο για τα αισθήματα που προκάλεσε στον γονέα. Η αυτοεκτίμηση του καταρρακώνεται. Η αγωνία και η ανασφάλεια το ωθούν να προβαίνει σε συνεχείς προσπάθειες να αποκαταστήσει τη σχέση, επιδιώκοντας την αποδοχή από τον γονέα. Περιμένει με αγωνία μία αλλαγή, μία κουβέντα, ένα χαμόγελο για να ενθαρρύνει. Αυτός ο βίαιος συναισθηματικός εξοστρακισμός στερεί από το παιδί την ασφάλεια που αποκομίζει από την έννοια του «ανήκειν». «Νοιώθω ασφαλείς όταν ανήκω κάπου». Όσο ο γονέας αντιλαμβάνεται ότι η τακτική αυτή είναι αποτελεσματική τόσο αρκετά συχνά πεισμώνει περισσότερο.
Το παιδί βάζοντας στην άκρη όλες τις αρετές της προσωπικής του ιδιοσυγκρασίας, διαγράφοντας και υποβιβάζοντας ότι αθώο και καλό έχει αποκτήσει μέχρι τώρα ο χαρακτήρας του, υποχωρεί και παρακαλάει να ξανακερδίσει την αποδοχή του γονέα. Την τόσο σημαντική πρωτόγονη αποδοχή που προέρχεται μόνον από την πυρηνική οικογένεια που δεν είναι εύκολο να αντικατασταθεί. Σε νεαρές ηλικίες η τακτική αυτή παραπέμπει και ενεργοποιεί το αρχαϊκό αμυντικό σύστημα «φυγής και πάλης» και το συναίσθημα «ζωής και θανάτου». Το παιδί θα παλεύει κάνοντας απεγνωσμένες προσπάθειες να αποκαταστήσει την σχέση ώστε να απαλλαγεί από αυτά τα συναισθήματα και να επανέλθει στην κατάσταση ηρεμίας.
Ο χειρισμός αυτός του συναισθηματικού αποκλεισμού είναι ισάξιος και σε κάποιες περιπτώσεις χειρότερος από τη λεκτική και την σωματική κακοποίηση. Αναδεικνύει παράλληλα ότι ο γονέας παλεύει και με άλλα συμπτώματα δυσλειτουργικής συμπεριφοράς που πιθανόν κληρονόμησε από την δική του πυρηνική οικογένεια. Αντί να αντιμετωπίσει ανοικτά τις ανησυχίες του, επιλέγει τη σιωπή ως τρόπο έκφρασης δυσαρέσκειας. Κανείς δεν ανακαλύπτει μόνος του τέτοιες συμπεριφορές. Τις κληρονομεί. Παράλληλα, συνηθισμένος σε αυτές εύκολα τις ασκεί σε άλλους. Πολλές φορές εν αγνοία του. Αφορά γονείς που δεν έμαθαν να επικοινωνούν αλλά με πατριαρχικό τρόπο απαιτούν. Συνήθως απαιτούν από τους άλλους να καλύψουν τα δικά τους εσωτερικά κενά. «Ζωή μέσω αντιπροσώπου».
Οι συνέπειες που προκύπτουν από την άσκηση της τιμωρίας της σιωπής όταν το άτομο είναι πια ενήλικας.
Η συχνή χρήση αυτής της μορφής τιμωρίας μπορεί να προκαλέσει βαθιές επιπτώσεις στην ανάπτυξη και τη συναισθηματική ευημερία των παιδιών. Το παιδί μεγαλώνει μέσα σε ένα πλαίσιο που η αυτοεκτίμηση του και ο σεβασμός προς τον εαυτό του έχουν ισοπεδωθεί. Το κυρίαρχο συναίσθημα που έχει πλέον παγιωθεί είναι ο φόβος. Ο φόβος ότι κάθε φορά που προκύπτει ένα «σημαντικό» γεγονός δεν θα μπορεί να αναλάβει την ευθύνη να το φέρει σε πέρας διότι θα βρίσκεται υπό την απειλή της απόρριψης του γονέα. Μέσω αυτού του φόβου ένα παιδί μαθαίνει να ζει στο στρες, να είναι διστακτικό, αναβλητικό, να μην αναλαμβάνει ευθύνες, να μην εξερευνά, να μην μαθαίνει από τα λάθη του, να εξαρτάται από τις μαγικές και πάντα «σωστές» συμβουλές του γονέα, να τηρεί παθητική στάση, να αποστασιοποιείται και να μην διεκδικεί.
Όταν θα ενηλικιωθεί τα συμπτώματα αυτά θα τον ακολουθούν κατά την όλη διάρκεια της ζωής του και θα του επιφέρουν μεγάλες δυσκολίες. Θα έχει την ίδια συμπτωματολογική συμπεριφορά κυνηγώντας τους προσωπικούς του στόχους και κατ’επέκταση στις κοινωνικές, διαπροσωπικές και συντροφικές του σχέσεις.
Ο φόβος ότι θα τον απορρίψουν δεν θα του επιτρέπει να διεκδικεί. Θα παραχωρεί περισσότερο από ότι πρέπει, θα έχει εξαρτητική παθητική συμπεριφορά, κακή εικόνα του εαυτού, αναξιότητα. Θα κυριαρχήσει η πεποίθηση ότι δεν αξίζει επαίνους, θα υποβιβάζει τα επιτεύγματα του, θα πιστεύει ότι όταν κερδίζει κάτι δεν το αξίζει πραγματικά αλλά πρέπει οπωσδήποτε να δώσει κάτι για ανταπόδοση. Γενικότερα θα αντιμετωπίζει εμπόδια στην προσωπική του ανέλιξη.
Παράλληλα είναι πολύ πιθανόν να υιοθετήσει την συμπεριφορά αυτή και να την ασκήσει το ίδιο χειριστικά προς τους άλλους με τα ίδια καταστρεπτικά αποτελέσματα.
Η τιμωρία της σιωπής ως μέσο άσκησης εξουσίας και δύναμης μεταξύ δύο συντρόφων
«Θέλω να έχω το πάνω χέρι».
Η τιμωρία της σιωπής χρησιμοποιείται αρκετά συχνά στις συντροφικές σχέσεις ως ένα μέσο εξουσίας, δύναμης και ελέγχου από τον ένα σύντροφο που νομίζει ότι έχει αδικηθεί προς τον άλλον.
Συνήθως το συναντάμε όταν ο σύντροφος που την ασκεί, αφού πρώτα απειλεί με χωρισμό μετά εξαφανίζεται. Δεν δίνει σημεία ζωής, δεν απαντάει στις κλήσεις και δείχνει πλήρη αδιαφορία. Έχοντας ο ίδιος εμπειρία από πρώτο χέρι το πώς αισθάνεται ο άλλος ενεργεί με αυτή την χειριστική συμπεριφορά, αρχικά για να τον τιμωρήσει και κατά δεύτερον να τον συνετίσει και να τον εξουσιάσει. Εφόσον δεν έχει μάθει να επικοινωνεί και να επιλύει τα ζητήματα με συζήτηση που είναι ο μόνος ενδεδειγμένος τρόπος, επιλέγει αυτήν την τη δυσλειτουργική συμπεριφορά που έχει διδαχθεί από μικρή ηλικία.
Όσο πιο πολύ ταράζεται ο άλλος και όσο περισσότερο τον αναζητά τόσο περισσότερο ικανοποιούνται οι «ναρκισσιστικές» ή αντίθετα οι «συνεξαρτησιακές» του ανάγκες. Νοιώθει ότι αξίζει, κολακεύεται από την ανάγκη του άλλου να τον επιζητά, νοιώθει έπαρση αναπαυμένος στο πέπλο της εξουσίας και του ελέγχου που απλόχερα του παραχωρεί η ανάγκη και η απελπισία του άλλου. Αρκετές περιπτώσεις φθάνουν και στην ναρκισσιστική υπερβολή, στα όρια διαταραχής, κάποιος στο να αρέσκεται, υποτιμώντας και υποβιβάζοντας την προσωπικότητα του άλλου μέσω της ανυπέρβλητης ανάγκης του προς επανασύνδεση στην σχέση.
«Ποιος θα σπάσει πρώτος»;
Όταν και οι δύο σύντροφοι ασκούν την ίδια συμπεριφορά τότε και οι δύο νοιώθουν τα ίδια συναισθήματα και τότε διενεργείται ένας αγώνας αντοχής. Αντιμετωπίζουν την σύγκρουση ως ένα παιχνίδι ανταγωνισμού με νικητή και ηττημένο. Είναι και οι δύο θύτες και θύματα. Αυτός που νικάει συνέχεια πιθανόν να έχει φθάσει στο σημείο να τον ενδιαφέρει περισσότερο η δύναμη και η εξουσία πάνω στον άλλον παρά η σχέση. Έχει πλέον αποστασιοποιηθεί από τα συναισθήματα, δεν τον επηρεάζουν πλέον οπότε μπορεί να παίζει αυτό το παιχνίδι ατελείωτα χωρίς να τον ενδιαφέρει να χάσει την σχέση.
Όταν τελικά ο θύτης πάρει αυτό που θέλει, μετά ενδίδει στην σχέση και απολαμβάνει τους κόπους του. Όταν αυτή η συμπεριφορά επαναλαμβάνεται συχνά τα αποτελέσματα είναι συντριπτικά για το θύμα. Αρχίζει να εθίζεται όλο και περισσότερο προς το θύτη με αποτέλεσμα να χάνει την ταυτότητα του και την αυτοεκτίμηση του.
Αυτές οι συμπεριφορές έχουν συνήθως παθολογική πρόθεση και δεν είναι λίγες οι φορές που έχουν αντίθετο αποτέλεσμα προς τον θύτη.
Όταν επαναλαμβάνονται αρκετά συχνά κάποια στιγμή επέρχεται η φυσιολογική κόπωση του θύματος. Το υποτιθέμενο τότε « θύμα» αποσύρεται, αποστασιοποιείται και αδιαφορεί κυριολεκτικά προς τον θύτη έως τέλους. Τότε το παιχνίδι αυτό παίρνει άλλη τροπή. Τον θύτη τον κατακλύζουν ακριβώς τα ίδια συναισθήματα με τα οποία ο ίδιος τιμωρούσε το θύμα πρωτύτερα. Αρχίζει τότε αυτός να αναζητά την αποδοχή υποτιμώντας πλέον τον ίδιο του τον εαυτό. Η εξουσία, ο έλεγχος και η τιμωρία περνούν τώρα στα χέρια του άλλου συντρόφου. Φαύλος κύκλος.
Όταν αυτό συμβαίνει ενώ οι σύντροφοι συζούν στον ίδιο χώρο συνήθως προκαλείται όταν ο ένας σύντροφος υποτίθεται ότι «σηκώνει κεφάλι» , δηλαδή εκφράζει την ανάγκη να καλύψει κάποιες ανάγκες και επιθυμίες του ή να βάλει όρια σε κάποια μη αποδεκτή για τον ίδιο μεταχείριση. Τότε η τιμωρία της σιωπής αναλαμβάνει τον ρόλο της έκφρασης ενός βροντερού «όχι». Το μήνυμα που θέλει να περάσει ο ασκών της τιμωρίας είναι «δεν θα με έχεις αν μου βάζεις όρια και έχεις απαιτήσεις από μένα».
Μία άλλη περίπτωση είναι όταν η τιμωρία της σιωπής ξεκινά ενώ το ζευγάρι βρίσκεται στη διάρκεια μιας συζήτησης για εξεύρεση λύσης ή κάποιας αντιπαράθεσης. Εάν αυτός που την ασκεί αρνείται να ακούσει τότε το ναρκισσιστικό πατριαρχικό μήνυμα που θέλει να περάσει είναι «συμφωνώ με ότι κάνω, έχω μόνον εγώ δίκιο, δεν δέχομαι να αλλάξω ούτε καν να προσπαθήσω να συμβιβαστώ, δεν φταίω σε τίποτα, δεν έχω μερίδιο ευθύνης».
Η τιμωρία της σιωπής ως μέσο άσκησης εξουσίας και δύναμης στον επαγγελματικό χώρο
Ότι ισχύει και στις προσωπικές μας υποθέσεις το ίδιο ισχύει και στον επαγγελματικό μας χώρο με τα άτομα που συναναστρεφόμαστε.
Στη δυναμική του επαγγελματικού κόσμου, μια συχνά παραγνωρισμένη πρακτική, γνωστή ως “τιμωρία της σιωπής” ή “silence treatment”, αποτελεί πρόκληση για τη συνεργασία και την αποδοτικότητα. Αυτή η μορφή κοινωνικής απομόνωσης περιλαμβάνει την παθητική αγνόηση, την απουσία ανταπόκρισης και τη συστηματική απομάκρυνση από κάποιον συνάδελφο ή ομάδα, συχνά χωρίς εμφανείς αιτίες. Σε πολλές περιπτώσεις, αρχίζει ως αντίδραση σε διαφορές ή προβλήματα που δεν έχουν επιλυθεί. Οι επιπτώσεις της μπορούν να είναι ευρείες και να επηρεάζουν τόσο το άτομο όσο και το σύνολο της εργασιακής κοινότητας.
Το άτομο που δέχεται αυτή την συμπεριφορά εκτός των άλλων μπορεί να του δημιουργούνται και λάθος μηνύματα και προσπαθώντας να μαντέψει τι συμβαίνει να οδηγείται σε λάθος συμπεράσματα. Η αίσθηση αγνόησης μπορεί να προκαλέσει σοβαρά συναισθηματικά προβλήματα. Οι εργαζόμενοι που υφίστανται την τιμωρία της σιωπής ενδέχεται να αντιμετωπίζουν στρες, αυξημένη ανασφάλεια και ακόμα απομόνωση. Τα προβλήματα αυτά επιδρούν στην επίδοσή τους και στην ψυχολογική τους ευημερία.
Σε ομαδικό επίπεδο, η τιμωρία της σιωπής διαταράσσει τη συνεργασία και την επικοινωνία. Τα άλλα μέλη της ομάδας μπορεί να αντιληφθούν την τάση αυτή ως απειλή και να απομακρυνθούν, με αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα και τη δυνατότητα επίλυσης προβλημάτων.
Η τιμωρία της σιωπής ως μέσο αποστασιοποίησης
Δεν είναι πάντα η τιμωρία της σιωπής παθολογική ούτε «τιμωρητική», ούτε παιχνίδι. Μπορεί κάποιος να την χρησιμοποιεί ως μέσο άμυνας και εφόσον έχει πάρει τις τελικές αποφάσεις του. Θέλοντας κάποιος να τερματίσει μία κακοποιητική συμπεριφορά, την ασκεί διότι πλέον δεν αντέχει άλλο και δεν ενδιαφέρεται να παρατείνει την σχέση.
Μπορεί να έχει κουραστεί από την εμμονή των συμπεριφορών του άλλου και δεν παίζει κανένα παιχνίδι. Συνήθως ο σύντροφος που έχει μάθει να το χρησιμοποιεί σαν παιχνίδι δύναμης δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι ο άλλος δεν παίζει και εξακολουθεί να τον αντιμετωπίζει σαν παιχνίδι. «‘Έλα ρε, όπου να’ναι θα σπάσει». Όταν επιτέλους συνειδητοποιεί ότι ο άλλος δεν παίζει εκεί ξεκινάνε τα δράματα.
Άλλη περίπτωση είναι μετά από έναν χωρισμό ο ένας σύντροφος να κρατάει «σιγή ιχθύος» διότι προσπαθεί να προστατέψει τον εαυτό του «Hard Rock». Αυτό έχει μεγάλη διαφορά από ότι έχουμε περιγράψει παραπάνω.
Ίσως ο ένας σύντροφος να έχει δυσανασχετήσει ή στενοχωρηθεί από κάποια συμπεριφορά του άλλου συντρόφου και πράγματι να μην έχει την διάθεση να μιλάει. Αυτό δεν σημαίνει ότι ασκεί την τιμωρία της σιωπής.
Ένας γονέας τηρεί την τιμωρία της σιωπής στα όρια της λογικής, όχι παθολογικά αλλά διότι έχει εξαντλήσει κάθε άλλο μέσο προσέγγισης προς επίλυση κάποιου θέματος χωρίς αποτέλεσμα. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την αρρωστημένη τακτική που περιγράψαμε παραπάνω.
Άρα η χρήση της σιωπής έχει οφέλη όταν εκτελείται με εποικοδομητικό τρόπο, μέσα στα όρια της λογικής και αποσκοπεί είτε για το δικό μας ή για το κοινό καλό.
Η τιμωρία της σιωπής και προβλήματα υγείας.
Μέσα στην οικογένεια:
Η τιμωρία της σιωπής μέσα στην οικογένεια μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία των μελών. Οι σχέσεις εντός της οικογένειας αποτελούν βασικό στήριγμα για την ψυχοσωματική ευημερία, και η τιμωρία της σιωπής μπορεί να διακυμανθεί από απλή αντιπαράθεση μέχρι σοβαρές δυσλειτουργίες. Ορισμένα από τα προβλήματα υγείας που μπορεί να προκληθούν περιλαμβάνουν:
- Ψυχική Υγεία: Η συνεχής έκθεση στην τιμωρία της σιωπής μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, όπως κατάθλιψη, άγχος και ψυχοσωματικές διαταραχές. Η έλλειψη επικοινωνίας και η απομόνωση εντός της οικογένειας μπορεί να δημιουργήσει ένα κλίμα ανασφάλειας και απόρριψης.
- Σωματική Υγεία: Η στρεβλωμένη επικοινωνία μέσα στην οικογένεια συνδέεται με σωματικές συνέπειες. Αυξημένα επίπεδα στρες και έντασης μπορούν να συνδέονται με προβλήματα όπως υπέρταση, προβλήματα ύπνου και αδιέξοδα σωματικά συμπτώματα, αυτοάνοσα νοσήματα κλπ.
- Κοινωνικές Σχέσεις: Η τιμωρία της σιωπής εντός της οικογένειας μπορεί να επηρεάσει τις κοινωνικές σχέσεις των μελών. Τα παιδιά, ειδικά, ενδέχεται να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στην κατανόηση και διαχείριση των σχέσεών τους, με αρνητικές συνέπειες για την κοινωνική τους ανάπτυξη.
- Επιδείνωση Δυναμικής Οικογενειακής Συνοχής: Η τιμωρία της σιωπής μπορεί να διαταράξει την εσωτερική συνοχή της οικογένειας. Η έλλειψη ανοιχτής επικοινωνίας και καλλιέργειας των σχέσεων μπορεί να οδηγήσει σε αποστροφή και απομόνωση μεταξύ των μελών.
Στον επαγγελματικό χώρο:
Η τιμωρία της σιωπής στον επαγγελματικό χώρο μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα υγείας τόσο σε επίπεδο σωματικής όσο και ψυχικής ευημερίας. Ορισμένα από αυτά τα προβλήματα περιλαμβάνουν:
- Στρες και Αύξηση Ανησυχίας: Η αίσθηση της απομόνωσης και της απαξίωσης που συνοδεύει την τιμωρία της σιωπής μπορεί να οδηγήσει σε υψηλά επίπεδα στρες και αύξηση της ανησυχίας. Το στρες, όταν παραμένει ανεξέλεγκτο, είναι γνωστό ότι συνδέεται με πολλά προβλήματα υγείας.
- Κατάθλιψη: Η συνεχής αίσθηση απομόνωσης και απορρόφησης σε ένα κλίμα εργασίας που προωθεί την τιμωρία της σιωπής μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη. Οι εργαζόμενοι που νιώθουν αποκλεισμένοι από την εργασιακή τους ομάδα είναι επιρρεπείς σε ψυχολογικά προβλήματα.
- Αυξημένος Κίνδυνος Σωματικών Προβλημάτων: Το ψυχικό άγχος που προκαλείται από την τιμωρία της σιωπής μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη σωματική υγεία. Ερευνητικές μελέτες έχουν δείξει ότι το συνεχές άγχος σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιακών προβλημάτων, υπέρτασης και άλλων σωματικών παθήσεων.
- Επιδείνωση Σχέσεων: Η τιμωρία της σιωπής μπορεί να δημιουργήσει διχασμό στις σχέσεις μεταξύ συναδέλφων. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια γενικότερη ατμόσφαιρα αντιπαράθεσης και απόστασης στον εργασιακό χώρο.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω επιπρόσθετα προβλήματα υγείας μπορεί να είναι αμοιβαία ενισχυόμενα, δηλαδή η σωματική υγεία μπορεί να επηρεάσει τη ψυχολογική υγεία και αντίστροφα.
Tags: Αυτοπεποίθηση, Εσωτερικές συγκρούσεις, Χαμηλή αυτοεκτίμηση, Χαμηλή αυτοπεποίθηση
